ΣΕΙΣΜΟΣ – ΕΝΑ ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Οι σεισμοί όπως και οι εκρήξεις των ηφαιστείων, είναι τα κατεξοχήν αντιληπτά από τον άνθρωπο γεωλογικά φαινόμενα, γιατί εξελίσσονται γρήγορα και συχνά με εξαιρετική βιαιότητα προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Για τον σεισμολόγο, ο σεισμός είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο, αφού καθημερινά βλέπει στους σεισμογράφους πολλές καταγραφές σεισμών, που τις περισσότερες φορές δε γίνονται αντιληπτοί από κανέναν. Για τους υπόλοιπους ανθρώπους ένας ισχυρός σεισμός είναι ένα αιφνίδιο, απρόβλεπτο φυσικό φαινόμενο που αντιμετωπίζεται με δέος, γιατί αισθάνονται ανήμποροι να αντιδράσουν.

Σχεδόν όλοι οι σεισμοί είναι τεκτονικοί, διέπονται δηλαδή από τις βασικές αρχές της παραμόρφωσης στερεού σώματος (λιθόσφαιρα), που εξελίσσεται σε θραύση (ρήγμα) από την οποία παράγεται ο σεισμός. Η καλύτερη κατανόηση του φαινομένου και συνεπώς η πιο σωστή εκτίμηση του σεισμικού κινδύνου μπορούν να μειώσουν σε μεγάλο βαθμό τις καταστροφικές επιπτώσεις στα όλο και πιο πολύπλοκα ανθρώπινα έργα, αφού ακριβώς αυτές είναι που προκαλούν θύματα κι όχι αυτό το καθεαυτό το φαινόμενο του σεισμού.

Η λιθόσφαιρα δεν είναι ενιαία αλλά απαρτίζεται από ένα σύνολο μεγάλων και μικρότερων πλακών που ολισθαίνουν πάνω στο υποκείμενο παχύρευστο μανδυακό υλικό πραγματοποιώντας σχετικές μεταξύ τους κινήσεις. Οι πλάκες αυτές ονομάζονται λιθοσφαιρικές πλάκες. Οι πλάκες αυτές αλλού αποκλίνουν, αλλού συγκλίνουν και αλλού η μία κινήται παράλληλα (εφαπτομενικά) σε σχέση με τη διπλανή της. Αποτέλεσμα της σχετικής κίνησης των λιθοσφαιρικών πλακών είναι η αργή παραμόρφωση των πετρωμάτων στις παρυφές τους. Για το λόγο αυτό, στα πετρώματα συσσωρεύονται τεράστια ποσά δυναμικής ενέργειας και αναπτύσσονται μεγάλες τάσεις που συνεχώς αυξάνουν. Όταν οι τάσεις αυξηθούν τόσο πολύ, ώστε να υπερβούν το όριο αντοχής του λιθοσφαιρικού υλικού στο σημείο αυτό επέργχεται η θραύση. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται   απότομη σχετική κίνηση των δύο τμημάτων που έχουν προκύψει, κατά μία επιφάνεια, έως ότου ισορροπήσουν σε νέες θέσεις. Η επιφάνεια αυτή είναι το σεισμικό ρήγμα. Τη χρονική αυτή στιγμή γεννιέται ένας σεισμός. Ο χώρος που πρωτοεκδηλώνεται η διάρρηξη των πετρωμάτων μπορεί κατά προσέγγιση να θεωρηθεί ως σημείο και ονομάζεται εστία του σεισμού. Το ίχνος της κατακόρυφης προβολής της εστίας πάνω στην επιφάνεια της γης είναι το επίκεντρο, ενώ η απόσταση του από την εστία λέγεται εστιακό βάθος. Οι σεισμοί γεννιούνται μόνο μέσα στην λιθόσφαιρα και κατά κύριο λόγο εντοπίζονται στα όρια των λιθοσφαιρικών πλακών. Οι εστίες των σεισμών βρίσκονται είτε κοντά στην επιφάνεια είτε σε βάθος πολλών χιλιομέτρων. Ανάλογα με το εστιακό βάθος, οι σεισμοί διακρίνονται σε επιφανειακούς όταν το εστιακό βάθος είναι μικρότερο από 60 km, ενδιάμεσου βάθους όταν το εστιακό βάθος είναι μεταξύ 60 και 300 km και μεγάλου βάθους όταν το εστιακό βάθος είναι μεγαλύτερο από 300 km. Οι ενδιάμεσου και μεγάλου βάθους σεισμοί χαρακτηρίζονται ως πλουτώνιοι. Οι επιφανειακοί σεισμοί είναι αυτοί που προκαλούν συνήθως τις μεγαλύτερες καταστροφές. 

Ο προσδιορισμός του μεγέθους των σεισμών βασίζεται σε μετρήσεις διάφορων παραμέτρων των σεισμικών κυμάτων όπως το πλάτος, η περίοδος και η διάρκεια. Τα όργανα καταγραφής των σεισμικών δονήσεων είναι τα σεισμοσκόπια, οι σεισμογράφοι και τα σεισμόμετρα. Στον Ελλαδικό χώρο υπάρχουν μόνιμα εγκαταστημένοι σεισμογράφοι σε σεισμολογικούς σταθμούς για την καταγραφή σεισμικών δονήσεων. Το μέγεθος ενός σεισμού μετριέται συνήθως με την κλίμακα Ρίχτερ που είναι ανοιχτή και λογαριθμική, δηλαδή δεν υπάρχει ευθεία αναλογία μεταξύ μεγέθους σε Ρίχτερ και της ελκυόμενης ενέργειας, αλλά εκθετική. Ένας άλλος τρόπος είναι να μετράμε το αποτέλεσμα της σεισμικής δόνησης στα διάφορα σημεία του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου που επλήγη και να το εκφράσουμε ως ένταση. Η ένταση είναι έννοια ποιοτική, δηλαδή δεν έχει να κάνει με κάποιες παραμέτρους που μετριούνται με σεισμολογικά όργανα, αλλά υπολογίζεται εμπειρικά, από τις επιπτώσεις στο άνθρωπο, τις τεχνικές κατασκευές και το περιβάλλον. Η ένταση σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο, που ουσιαστικά εκφράζει το μέγεθος της καταστροφής, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως είναι :

  • Το μέγεθος του σεισμού
  • Η απόσταση του επίκεντρου
  • Το εστιακό βάθος
  • Η διάρκεια του σεισμού
  • Η θέση και οι διαστάσεις του σεισμογόνου ρήγματος
  • Η επιτάχυνση του εδάφους κλπ
Κλίμακα Richter

Συμπερασματικά οι έννοιες μέγεθος και ένταση που πολύ συχνά συγχέονται στη χρήση τους, έχουν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Το μέγεθος είναι ποσοτική έννοια, που μετριέται στα σεισμογράμματα και οφείλει να έχει τιμή σταθερή για κάθε σεισμό ανεξαρτήτως περιοχής του σταθμού καταγραφής, ενώ η ένταση είναι ποιοτική έννοια, που εκτιμάται εμπειρικά από τα αποτελέσματα του σεισμού και έχει διαφορετικές τιμές από τόπο σε τόπο.   

 

Βιβλιογραφία : ΓΕΩΛΟΓΙΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΗΣ                                                                                                                                              Δ.Ι. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΧΡ. Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ

                            ΣΕΙΣΜΟΣ Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ                                                                                                                                     ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ & ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (Ο.Α.Σ.Π.)                       

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Your Comment